Classic HiFi

Vakis2000

Κλιψ κλαψ
Μηνύματα
4.865
Reaction score
5.109
Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, ενώ ένας ρυθμός δειγματοληψίας του διπλού της συχνότητας του προς δειγματοληψία ήχου είναι η θεωρητικά ελάχιστη για την αναπαραγωγή ενός σταθερού, αναλλοίωτου τόνου, κανένα ηλεκτρονικό κύκλωμα δεν είναι 100% ικανό να ανταποκριθεί. Στην πραγματικότητα, η αποτελεσματικότητα των σημερινών μηχανημάτων είναι αρκετά χαμηλή. Όμως, ακόμη και με ένα ιδανικό, εντελώς αποδοτικό μηχάνημα, η ασάφεια των δεδομένων τόνου 20.000 Hz και ρυθμού δειγματοληψίας 40.000 δείγματα ανά δευτερόλεπτο θα ήταν στο 100%, επειδή σε κάθε συχνότητα μπορεί να γίνει δειγματοληψία μόνον δύο φορές ανά κύκλο.

Αν ο ρυθμός δειγματοληψίας μιας δόνησης δεν είναι ακριβώς το διπλάσιο της, όπως άλλωστε συμβαίνει με τις περισσότερες συχνότητες, οι ήχοι θα υφίστανται δειγματοληψία σε διαρκώς μεταβαλλόμενες θέσεις του κύκλου της κάθε συχνότητας. Σκεφτείτε ένα δίσκο με μια λευκή κηλίδα πάνω του που περιστρέφεται δεξιόστροφα 100 φορές το λεπτό και φωτίζεται από ένα φως που αναβοσβήνει ακριβώς 100 φορές το λεπτό. Το λευκό σημείο θα παραμείνει σε ακινησία. Αν επιταχυνθεί η λάμψη λίγο, το σημείο θα φαίνεται να κινείται αργά προς τα αριστερά. Στον ψηφιακό κόσμο, ένα τέτοιο αποτέλεσμα συμβαίνει σε όλες τις συχνότητες, εκτός και αν ο ρυθμός δειγματοληψίας είναι αρκετά πυκνός για να πιάσει ολόκληρη την κυματομορφή όλων των ηχητικών δονήσεων.

Επιπλέον, επειδή ο ρυθμός δειγματοληψίας είναι πολύ αργός, δημιουργεί άλλες στρεβλώσεις, καθώς και τους δικούς του πρόσθετους ήχους που αλλοιώνουν το τελικό αποτέλεσμα σε όλες τις συχνότητες. Επειδή αυτές οι αλλοιώσεις του ήχου ανήκουν αποκλειστικά στην ψηφιακή επεξεργασία, είναι εντελώς νέες και κατά συνέπεια δεν εμφανίζονται καθόλου στις προδιαγραφές αναλογικού τύπου που χρησιμοποιούνται για να διατυμπανίζουν τον ψηφιακό ήχο σαν μια εξαιρετικά ακριβή μορφή της εγγραφής. Οι προδιαγραφές αυτές, οι οποίες περιγράφουν τα αναλογικά προβλήματα, ούτε καν αναφέρονται στον ψηφιακό ήχο. Για παράδειγμα, κανένα ψηφιακό μηχάνημα δεν θα μπορούσε να κάνει αναφορά σε wow και flutter στις προδιαγραφές του. Αν το έκανε, δεν θα ήταν λίγο καλύτερο ή λίγο χειρότερο από άλλα μηχανήματα, απλά θα ήταν ελαττωματικό.

Οι μορφές των μουσικών ήχων δεν αποτελούνται από σταθερούς και απαράλλακτους τόνους. Οι περισσότερες μορφές αποτελούνται από εξαιρετικά πολύπλοκα μείγματα τόνων με συνεχώς μεταβαλλόμενη δυναμική και διακριτικά μεταβαλλόμενο παλμό. Η άνοδος και η πτώση των ήχων καθώς προχωρούν στο χρόνο (διαφοροποίηση) και τονικές ιδιότητες τους θα πρέπει επίσης να αναπαραχθούν με ακρίβεια και να διαφοροποιηθούν. Ο ρυθμός δειγματοληψίας των 44.000 δειγμάτων το δευτερόλεπτο δεν είναι καν κοντά στο να είναι αρκετά γρήγορος ώστε να αναπαράγει με ακρίβεια τις εν λόγω πληροφορίες. Ο κ. Cotter τονίζει ότι ο περιορισμός αυτός δεν είναι θέμα της ατέλειας του κυκλώματος, αλλά, μάλλον, ένας θεμελιώδης μαθηματικός περιορισμός από την έλλειψη πυκνότητας δειγματοληψίας. Είναι λοιπόν απλά άγνοια να μιλάει κανείς για τη θεωρία Nyquist σχετικά με την καταγραφή των πληροφοριών ήχου. Οτιδήποτε πλησιάζει σε πραγματική ομοιότητα τον αρχικό πρότυπο ήχου, αρχίζει πρώτα απ’ όλα με τουλάχιστον 10 φορές το όριο Nyquist, ή είκοσι φορές την συχνότητα του ήχου που αναπαράγεται και πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα δειγματοληψίας η οποία είναι απαραίτητη για την πραγματική ακρίβεια που μπορεί να ταιριάξει με την πιστότητα των αναλογικών ηχογραφήσεων. Ο ψηφιακός ήχος για να φτάσει τον καλύτερο αναλογικό ήχο του σήμερα θα απαιτείτο ένα ποσοστό δειγματοληψίας που να πλησιάζει το ένα εκατομμύριο δείγματα ανά δευτερόλεπτο (ένα megahertz).

Ο κ. Cotter εξηγεί ότι ο λόγος για την τόση παρεξήγηση και παραπληροφόρηση όσον αφορά στον ψηφιακό ήχο είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης της ψηφιακής τεχνολογίας δούλευαν κάτω από το πλαίσιο της κυβερνητικής σύμβασης για αμυντικούς σκοπούς, ιδίως για την ανάπτυξη των τεχνολογιών ραντάρ, με σκοπό την απόκρυψη της παρουσίας των σημάτων ραντάρ σε περαιτέρω τεχνολογίες που είχαν στόχο την ανίχνευση τους. Ως εκ τούτου, η πιο σημαντική έρευνα για την απαραίτητη πυκνότητα δειγματοληψίας για την σωστή ανίχνευση των μουσικών ήχων, ανήκει σε διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, μεγάλο μέρος των οποίων βρίσκεται κάτω από την κουβέρτα της Εθνικής Ασφάλειας και δεν είναι εύκολα προσβάσιμη, ακόμη και για τον επαγγελματικό κόσμο ήχου.

Το Ινστιτούτο Anstendig χρησιμοποίησε ψηφιακούς επεξεργαστές για μισό χρόνο και ερεύνησε προσεκτικά την ποιότητα του ήχου, συμπεριλαμβανομένων και των συγκρίσεων των αντιδράσεων του κοινού σε προγράμματα ακροάσεων ψηφιακού και αναλογικού ήχου. Επιπλέον, ο κ. Anstendig ήταν σε θέση να αξιολογήσει τον ψηφιακό ήχο και η σύγκρισή του με αναλογικό σε μια εγκατάσταση ακροάσεων, σχεδιασμένη και δημιουργημένη από τον κ. Cotter, που θεωρείται από πολλούς, ηχητικά και ηλεκτρονικά τέλεια και η οποία αναμφίβολα έχει τον τίτλο της καλύτερης εγκατάστασης του είδους.

Τα πάντα σε αυτό το δωμάτιο, συμπεριλαμβανομένων των τοίχων, των οροφών, των ηχείων, των ηλεκτρονικών, ακόμα και των παραγόντων συντονισμού των δομικών υλικών έχουν υπολογιστεί με ακρίβεια έτσι ώστε να αποτελούν ένα αναπόσπαστο μέρος της αναπαραγωγής του ήχου. Είναι ένα τέλειο ηχητικό περιβάλλον, ζωντανό, αλλά χωρίς κουδουνίσματα και αντηχήσεις. Τα ηχεία, ειδικά προσαρμοσμένα στις προδιαγραφές του Cotter, εκπέμπουν με τέτοιο τρόπο ώστε ο ήχος παραμένει ο ίδιος σε όλη την αίθουσα.

Συγκρίθηκαν ηχογραφήσεις αναφοράς που έγιναν ταυτόχρονα με αναλογικό (direct-to-disc) και ψηφιακό τρόπο, με και χωρίς ισοστάθμιση (για μια πραγματική σύγκριση, είναι σημαντικό να υπάρχει η δυνατότητα αλλαγής της ισορροπίας των συχνοτήτων κάθε εγγραφής, έτσι ώστε να ταιριάζουν μεταξύ τους, επειδή η κατανομή συχνοτήτων των αναλογικών και των ψηφιακών ηχογραφήσεων δεν είναι η ίδια. Στη συγκεκριμένη σύγκριση, το CD είχε πιο δυνατές υψηλές συχνότητες*. Η διαφορά μεταξύ αναλογικών και ψηφιακών ηχογραφήσεων ήταν σαφώς ακουστή στο σύστημα ήχου του Ινστιτούτου Anstendig, αλλά είναι δεδομένο ότι πρέπει να ακούγονται οι διαφορές σε ένα τέτοιο τέλειο δωμάτιο.

Σύμφωνα με την εμπειρία του Ινστιτούτου Anstendig, τα διάφορα λάθη που οφείλονταν στο ψηφιακό όριο, ο εξαιρετικά λεπτομερής ήχος και οι λεπτές αποχρώσεις της δυναμικής του, ήταν τα δεδομένα που συνέθεσαν το περιεχόμενο ενός πραγματικά εκφραστικού αποτελέσματος. Ο αναπαραγόμενος ήχος που προέκυψε ήταν αρκετά διαφορετικός και κατώτερος στη χροιά του από τον αρχικό. Αυτό είναι το χειρότερο δυνατό ελάττωμα, γιατί η πιο σημαντική πτυχή της μουσικής, το εκφραστικό της περιεχόμενο, αλλάζει και υποβαθμίζεται.

Στις επαγγελματικές αναλογικές ηχογραφήσεις, όλες οι απαραίτητες πληροφορίες διατηρούνται σε ταινία ή σε δίσκο. Οι συχνότητες μπορεί να είναι εκτός ισορροπίας (unequalized) ή όπως στις πρώτες ηχογραφήσεις να περιορίζονται από το φάσμα των συχνοτήτων, αλλά όλη η δυναμική ποιότητα είναι αποθηκευμένη και μπορεί να ανακτηθεί.** (Υποθετικά, οι συχνότητες που λείπουν μπορεί ακόμα και τώρα να ανακατασκευαστούν ηλεκτρονικά.) Αλλά με τις ψηφιακές ηχογραφήσεις, αυτό δεν ισχύει. Σίγουρα πάνω από τα 1000 Hz (και από την εμπειρία μας, πολύ χαμηλότερα), αρκετές πληροφορίες που αναπαράγουν τους δυναμικούς συντελεστές χρόνου της μουσικής (οι ακριβείς δυναμικές διακυμάνσεις των ήχων όπως αυτές εξελίσσονται στο χρόνο) απλά δεν είναι στην ταινία με αποτέλεσμα η διαμόρφωση της υπόλοιπης περιοχής συχνοτήτων να είναι ατελής και δεδομένου ότι δεν έχει αποθηκευτεί στην κύρια εγγραφή η πληροφορία αυτή δεν μπορεί ποτέ να ανακτηθεί. Στις ακροάσεις, το πιο εύκολα αντιληπτό πρόβλημα είναι ότι ο ήχος των συχνοτήτων πάνω από 1000 Hz είναι πιο ακατέργαστος, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι η φρεσκάδα του ήχου έχει χαθεί και η χροιά του έχει συμβιβαστεί και αλλάξει. Η άνοδος και η πτώση των ήχων χάνονται, είναι ανέκφραστοι και η μουσική ακούγεται περίεργα νεκρή, δραματικό σε μεγάλο βαθμό αν κάποιος είναι εξοικειωμένος με το πρωτότυπο. Οι διαφορές εμφανίζονται αμέσως σε σύγκριση ταυτόχρονων αναλογικών και ψηφιακών ηχογραφήσεων της ίδιας μουσικής εκτέλεσης με τη χρήση εξοπλισμού πρώτης κλάσης.

Μέχρι στιγμής, οι γνώστες του κόσμου του ήχου έχουν συνειδητοποιήσει ότι το χαμηλό ποσοστό δειγματοληψίας περιορίζει τη δυνατότητα της ψηφιακής ηχογράφησης να συλλάβει τις δυναμικές μεταβάσεις (πολύ σύντομοι, απότομοι, απομονωμένοι ήχοι) του ήχου, αλλά πιο σημαντικό είναι να καταλάβουμε την περιορισμένη ικανότητα να συλλάβει όλες τις δυναμικές αποχρώσεις.

Το Ινστιτούτο Anstendig, με την παρουσία προσκεκλημένων, σύγκρινε τέσσερις τύπους συσκευών ηχογράφησης: το καλύτερο κασετόφωνο της αγοράς, ένα μπομπινόφωνο με ταινία σε 15 IPS, ένα ψηφιακό επεξεργαστή, και μια κορυφαία Beta Hi-Fi συσκευή εγγραφής βίντεο. Και οι τέσσερις μηχανές στήθηκαν μαζί και ταυτόχρονα κατέγραψαν το ίδιο κομμάτι. Τα αποτελέσματα: τα μόνα μηχανήματα που μπορούν να σώσουν αρκετές πληροφορίες ώστε να διεκδικήσουν τον τίτλο της πιστής αναπαραγωγής του πρωτότυπου είναι το μπομπινόφωνο (στις υψηλότερες ταχύτητες) και το Beta Hi-Fi. Τα άλλα απλώς δεν αναπαράγουν τη μουσική, με τα ψηφιακά να δίνουν τα χειρότερα αποτελέσματα.

Οι ηχογραφήσεις σε κασέτα δεν είναι καλύτερες από τις ψηφιακές. Ο ήχος δεν είναι τόσο κακός, αλλά οι λεπτές ηχητικές αποχρώσεις δεν είναι όλες παρούσες στα χαμηλά και τα υψηλά είναι ακατέργαστα και χωρίς λαμπρότητα. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής μας, κανείς δεν κουνήθηκε από τη μουσική, όταν παιζόταν η κασέτα. Η μουσική είναι σχεδόν τόσο περίεργα νεκρή όπως και η ψηφιακή.
 

Costas Coyias

Ημίθεος
Administrator
Μηνύματα
23.834
Reaction score
16.483
Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου.

Έχει πλάκα πάντως. Αλλά ποπκόρν δεν παίρνω. Τα έχω κόψει αυτά τα ανθυγιεινά...
 

Vakis2000

Κλιψ κλαψ
Μηνύματα
4.865
Reaction score
5.109
Η έλλειψη των σημαντικών ανθρώπινων εκφραστικών ιδιοτήτων στις ψηφιακές ηχογραφήσεις περνά απαρατήρητη για δύο λόγους. Πρώτα απ όλα, όπως κάνει ο καθένας, ακούγοντας κάποιο κομμάτι, αν και μια παραποίηση, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μπορεί να γνωρίζει ότι ο ήχος είναι λάθος και ότι κάτι σημαντικό λείπει. Δεύτερον, οι περισσότεροι άνθρωποι (και οι περισσότεροι μουσικοί επίσης) δεν συνηθίζουν πλέον να ακούν με λεπτομέρεια, γιατί αυτή είναι απούσα στα περισσότερα συστήματα ήχου ή πολλούς άλλους ήχους έχουν συνηθίσει να τους ακούν με σύγχρονο τρόπο. Επειδή, για σχεδόν έναν αιώνα, τα συστήματα αναπαραγωγής δεν ήταν σε θέση να αναπαράγουν τις πιο λεπτές αποχρώσεις και την εξαιρετική εκφραστική διαμόρφωση της μουσικής, πολλοί άνθρωποι ακούνε αυτές τις ιδιότητες τόσο σπάνια ώστε να μην τις γνωρίζουν ή να ακούν μουσική γι’ αυτές. Αλλά το Ινστιτούτο Anstendig διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ανταποκρίνονται στην λεπτότητα όταν εκτίθενται κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και η προσοχή τους στρέφεται προς την κατεύθυνση αυτή. Είναι, επομένως, σημαντικό ότι αυτές οι ουσιαστικές εκπολιτισμένες ιδιότητες δεν χάνονται στην κοινωνία.

Δυστυχώς, η επικράτηση των κακών ραδιόφωνων και των φθηνών ήχο-συστημάτων που δεν αναπαράγουν ό, τι είναι πάνω στους δίσκους, καθώς και ηχογραφήσεις που μόνο κατά προσέγγιση πλησιάζουν την πραγματική εκτέλεση, έχουν δώσει αφορμή στην ιδέα ότι μπορεί κάποιος να αντιμετωπίζει τα κλασικά μουσικά αριστουργήματα με τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Η αλήθεια όμως είναι ότι είτε ο ήχος είναι μια ακριβής αναπαραγωγή ή δεν είναι και αν δεν είναι, ο ακροατής δεν ακούει την πραγματική μουσική. Αυτό που ακούει είναι μια παραμόρφωση που πραγματικά είναι κάτι άλλο εντελώς διαφορετικό από την ηχογράφηση του πρωτότυπου έργου τέχνης.*** Με την ψηφιακή αναπαραγωγή, υπάρχει κάτι περισσότερο από την απλή παραμόρφωση του ήχου. Μέρος του ήχου απλά λείπει και το υπόλοιπο επηρεάζεται αρνητικά και μένει κουτσουρεμένο. Ενδεικτικά, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι πολλές στρεβλώσεις που προκαλούν αυτά τα προβλήματα δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στις προδιαγραφές που χρησιμοποιούνται για να διαφημίσουν τις ψηφιακές ηχογραφήσεις.

Δυστυχώς, το κοινό έχει φτάσει στο σημείο να βασίζεται στις προδιαγραφές για την αγορά του εξοπλισμού. Είναι, επομένως, σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η ψηφιακή τεχνολογία έφερε ένα εντελώς νέο σύνολο των στρεβλώσεων και ότι τεχνικές μέτρησης για την έκφραση αυτών των στρεβλώσεων σαν ένα κοινά αποδεκτό νόημα προδιαγραφών είτε δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί ή δεν έχει ακόμα υιοθετηθεί από τον κλάδο. Τα ίδια χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν αναλογικές εγγραφές, χρησιμοποιούνται και για την περιγραφή ψηφιακών ακόμη κι αν εφαρμόζονται μόνο σε αναλογικό και καθόλου σε ψηφιακό ήχο. Ο Cotter λέει: "Δεν μιλάνε μόνο για μήλα και πορτοκάλια, αλλά για εντελώς άσχετα πράγματα. Μιλούν για όλες τις αδυναμίες των αναλογικών συστημάτων που τα ψηφιακά δεν έχουν, λες και τα ψηφιακά συστήματα θα μπορούσαν να έχουν ποτέ ( δεν μπορούν ενδεχομένως) και λένε τίποτα για τις αδυναμίες των ψηφιακών συστημάτων, οι οποίες δεν υπάρχουν σε κανένα αναλογικό σύστημα. Οι αδυναμίες των αναλογικών συστημάτων είναι πιο πολύ μουσικές, ακόμη και αν αυτά έχουν αρρυθμίες στις συχνότητες 0,5% παραμόρφωση. Αυτό είναι σαν τη ζωή, ζούμε με αυτές και παρόμοιες στρεβλώσεις όλη την ώρα, όμως, δεν ζούμε με ψηφιακή δειγματοληψία και τις αφύσικες στρεβλώσεις της. Η περιγραφή της τελειότητας αυτών των ψηφιακών συστημάτων ήχου με αναφορά στην συνολική αρμονική παραμόρφωση και όλα τα σχετικά είναι η πιο ξεκάθαρη ασχετοσύνη".

Ακόμη και στις αναλογικές εγγραφές, δεν προσφέρονται στον αγοραστή προδιαγραφές που να περιγράφουν τίποτα περισσότερο από ορισμένες περιορισμένες αναφορές για το πώς η μηχανή θα αναπαράγει σταθερά, αταλάντευτα, και ως εκ τούτου, αφύσικα μηχανικούς ήχους. Οι δημοφιλείς προδιαγραφές του σήμερα δεν λένε τίποτα στον αναγνώστη για το πώς ακόμη και μια αναλογική μηχανή θα αναπαράγει την πραγματική ζωή, ζωντανούς ήχους και ιδιαίτερα τις λεπτές εκφραστικά αποχρώσεις.

Επίσης, πολύ ελκυστικές μετρήσεις, όπως εκείνες της ψηφιακής δυναμικής περιοχής, είναι ανακριβείς όταν συγκρίνονται τα όρια της δυναμικής περιοχής του αναλογικού σήματος με τους περιορισμούς της δυναμικής περιοχής του ψηφιακού. Για παράδειγμα, η αναλογική ηχογράφηση μπορεί πραγματικά να διατηρήσει ένα πολύ ευρύτερο δυναμικό εύρος πληροφοριών από ότι δείχνουν οι προδιαγραφές, ενώ η ψηφιακή, στην πραγματικότητα, παρέχει πολύ μικρότερη δυναμική περιοχή από τους ισχυρισμούς των προδιαγραφών. Και η προδιαγεγραμμένη άνω και κάτω δυναμική περιοχή των ψηφιακών συχνοτήτων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλήρως, γιατί, καθώς το σήμα προσεγγίζει ή υπερβαίνει τα όρια αυτά, μια αναπόφευκτη αντίδραση λαμβάνει χώρα που κάνει το μηχάνημα να δημιουργεί νέους, άσχημους, άγνωστους ήχους οι οποίοι προστίθενται στο σήμα. Σε όλες τις ψηφιακές ηχογραφήσεις είναι συνεπώς αναγκαίο το σήμα να κρατιέται αρκετά μακριά από τις δυναμικές ορίων που ορίζονται από τις προδιαγραφές. Σε ένα καθορισμένο δυναμικό εύρος των 80 ντεσιμπέλ (dB) θα μπορούσε, ως εκ τούτου, μόνο το ποσό των περίπου 60 dB ή λιγότερο να χρησιμοποιηθεί από το χρησιμοποιούμενο δυναμικό εύρος. Αλλά, στις αναλογικές ηχογραφήσεις, ένα μεγάλο μέρος των χρήσιμων πληροφοριών μπορεί ακόμα να καταγράφονται με αρκετούς τρόπους πάνω και κάτω από το δυναμικό εύρος στο οποίο αναφέρονται οι προδιαγραφές.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον αναλογικό και τον ψηφιακό ήχο είναι ότι όταν δεν παίζεται κανένας ήχος, η ψηφιακή ηχογράφηση είναι πάντα σιωπηλή, ενώ η αναλογική ηχογράφηση έχει συχνά κάποια επίπεδα χαμηλού θορύβου. Αλλά το αυτί προσαρμόζεται εύκολα και αγνοεί το σταθερά χαμηλό επίπεδο θορύβου, ενώ οι στρεβλώσεις του ψηφιακού σήματος είναι περισσότερο διασπαστικές για το αυτί (αν και λιγότερο φανερά αισθητές), επειδή βρίσκονται συνεχώς σε διακύμανση με το ηχητικό σήμα.

Η παρούσα, εξαιρετικά άσχημη κατάσταση είναι γεμάτη ειρωνεία, γιατί σαν τεχνολογία η ψηφιακή εγγραφή δεν είναι περιορισμένη. Με επαρκή ρυθμό δειγματοληψίας και επαρκές δυναμικό εύρος, θα ήταν το ιδανικό μέσο εγγραφής. Όμως ο ρυθμός δειγματοληψίας θα πρέπει να είναι αρκετά υψηλότερος από 200.000 Hz μόνο για να προσεγγίσει αξιοπρεπώς τον ήχο hi-fi και θα πρέπει να είναι περίπου 1 Megahertz αν πρόκειται να είναι μια βελτίωση σε σχέση με ό, τι είναι δυνατόν να προσφέρει η αναλογική ηχογράφηση. Επίσης, το δυναμικό εύρος θα πρέπει να βελτιωθεί με την αύξηση του αριθμού των bits του επεξεργαστή, ανεξάρτητα από τις διεργασίες που εμπλέκονται στην αναπαραγωγή των σχέσεων χρόνου.

Προς το παρόν, το κοινό δεν έχει παραδείγματα για το πώς θα πρέπει να ακούγεται η αναπαραγωγή της μουσικής που έχει πραγματικά στη διάθεσή του. Τα προβλήματα των διαφορών που μπορεί να διακρίνει κανείς μεταξύ των διαφόρων μορφών ηχογράφησης, λόγω της έλλειψης επαρκούς εξοπλισμού που θα οδηγούσε σε αυτά τα αποτελέσματα, καθιστούν ιδιαίτερα επείγουσα την ανάγκη για ένα δωμάτιο με τέλεια ακουστική και τέλειο ήχο-σύστημα, διαθέσιμο στο κοινό και ιδιαίτερα στους επαγγελματίες που χρειάζονται ένα τέτοιο πλαίσιο αναφοράς. Στην πραγματικότητα, πολλές από αυτές τις εγκαταστάσεις θα πρέπει να υπάρχουν σε όλη τη χώρα, αν όχι τον κόσμο. Ένα άμεσο αποτέλεσμα της έλλειψης διαθεσιμότητας του εν λόγω προτύπου αναφοράς είναι η τρέχουσα σύγχυση στον τομέα της ακουστικής και της γνωστής, μεγάλης κρίσης στον κόσμο της μουσικής, λόγω της επιδείνωσης της ποιότητας της μουσικής δημιουργίας, η οποία είναι, σε ένα μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμα ακροάσεων δεκαετιών με συστήματα ελλιπούς αναπαραγωγής του ήχου.

Οι άνθρωποι δεν ξέρουν πλέον τι μουσική πρέπει να ακούγεται. Ακούν ουσιαστικά λιγότερο από το περιεχόμενο των μεγάλων ηχογραφήσεων. Τους έκλεψαν ένα σημαντικό μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς από τις μεγάλες ηχογραφήσεις του αιώνα, με την συμμετοχή πολλές φορές των ίδιων των συνθετών. Στην πραγματικότητα, η τρέχουσα σύγχυση είναι τόσο καθολική, και το λάθος της ανακρίβειας στην αναπαραγωγή του ήχου είναι τόσο διαδεδομένο διεθνώς, που είναι σχεδόν πολύ αργά. Το ότι οι γενικές ατέλειες των ψηφιακών συστημάτων δεν είναι τόσο άμεσα εμφανείς, ακόμα και για τους επαγγελματίες, είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα αυτής της γενικής δυσφορίας.

Οι ίδιοι οι μουσικοί, καθώς και το κοινό ακούν τα ατελή κασετόφωνα και συστήματα ήχου για τόσο πολύ καιρό ώστε η κακή ποιότητα του ήχου της ψηφιακής εγγραφής δεν τους είναι εύκολα αντιληπτή. Το τραγικό είναι ότι κάποια μέρα ο κόσμος θα ξυπνήσει και θα συνειδητοποιήσει ότι όλες αυτές οι νέες ψηφιακές ηχογραφήσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν πεταχτεί στα σκουπίδια επειδή δεν περιέχουν τις πιο σημαντικές πληροφορίες και ότι πληροφορίες που λείπουν είναι μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Με τις κασέτες και τα περισσότερα συστήματα ήχου, γίνεται μια διαστρέβλωση της τέχνης, μια λεπτή, ύπουλη ασθένεια που έχει από καιρό διαβρώσει την πολιτιστική ζωή. Το μόνο χειρότερο που μπορεί να συμβεί - αδιανόητο ακόμη, αλλά ενδεχομένως πιο πιθανό - θα είναι να δεχτεί ο κόσμος τον ψηφιακό ήχο του σήμερα και να μην ξυπνήσει.




Εγώ πάντως το μετέφερα όλο το θέμα. Από κει και πέρα, δεκτές όλες οι απόψεις!
 

Costas Coyias

Ημίθεος
Administrator
Μηνύματα
23.834
Reaction score
16.483
Το κείμενο αυτό ανήκει στον τενόρο, ή άλλον συνώνυμο; Πότε συνετάχθη, το 1984 ή το 2021;
 



Staff online

  • spylab
    Wile E. Coyote Συντονιστής Θρησκευτικών
  • xfader
    Imbecility rules

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ

Threads
160.714
Μηνύματα
2.540.965
Members
36.199
Νεότερο μέλος
Stavros kava
Top